ΚΝΙΔΩΣΗ

ΚΝΙΔΩΣΗ

κνίδωση-image-1Ο όρος κνίδωση προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «κνίδη» που σημαίνει τσουκνίδα, ακριβώς επειδή η επαφή της τσουκνίδας με το δέρμα προκαλεί ερεθισμό, με κνησμό (φαγούρα) και ερυθρότητα, όπως συμβαίνει και στην κνίδωση. Η κνίδωση αποτελεί μακράν τη συχνότερη αλλεργική πάθηση του δέρματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ποσοστό 15-25% των ανθρώπων θα έχουν τουλάχιστον 1 επεισόδιο κνίδωσης, μια φορά στη ζωή τους, με την πλειονότητα αυτών των επεισοδίων να διαρκεί λιγότερο από 1 μήνα.

Η κνίδωση χαρακτηρίζεται από έντονο κνησμό (φαγούρα) και από την εμφάνιση  ενός κνίδωση-image-2χαρακτηριστικού εξανθήματος που επιστημονικά ονομάζεται πομφός (πληθυντικός: πομφοί, είναι οι γνωστές «πετάλες» ή «καντήλες» ή φλουμπέτες», όπως συχνά περιγράφονται από τους ασθενείς). Οι πομφοί έχουν χαρακτηριστική εμφάνιση ως υπεγερμένες (δηλαδή φουσκωμένες), κυκλικές ή με ακανόνιστο σχήμα (σαν γεωγραφικός χάρτης) περιοχές του δέρματος, που περιβάλλονται από ερυθρότητα, εξαφανίζονται όταν ασκηθεί πίεση στο δέρμα και έχουν χαρακτήρα μεταναστευτικό, δηλαδή διαρκούν λίγες ώρες και μετά εξαφανίζονται για να εμφανιστούν εκ νέου σε γειτονικές περιοχές του δέρματος.

Ενίοτε η κνίδωση συνυπάρχει και με μια άλλη αλλοίωση του δέρματος που ονομάζεται αγγειοοίδημα. Το αγγειοοίδημα είναι το οίδημα (δηλαδή το πρήξιμο) που εμφανίζεται στα πιο μαλακά σημεία του δέρματος, όπως τα βλέφαρα, τα χείλη και γενικά το πρόσωπο, τα γεννητικά όργανα, αλλά και τα δάχτυλα χεριών και ποδιών. Το αγγειοοίδημα που εμφανίζεται μαζί με κνίδωση, είναι της ίδιας παθογένειας με την κνίδωση και παρά το γεγονός ότι μπορεί να οδηγήσει σε παραμόρφωση του προσώπου, δεν είναι επικίνδυνο, δηλαδή ο ασθενής δεν κινδυνεύει από οίδημα του λάρυγγα και απόφραξη των αεροφόρων οδών (κατάσταση που συνιστά την αναφυλαξία ή αλλεργικό shock)

Από όλους τους ασθενείς που θα εμφανίσουν την πάθηση κνίδωση- αγγειοοίδημα, ποσοστό 50% θα εμφανίσει αποκλειστικά κνίδωση, ποσοστό 40% θα έχει συνδυασμό κνίδωσης με αγγειοοίδημα, ενώ 10% των ασθενών θα εμφανίσουν μόνο αγγειοοίδημα, χωρίς κνίδωση.

Η κνίδωση, με βάση αυθαίρετο όριο που έχουν θέσει οι επιστήμονες, χωρίζεται σε οξεία κνίδωση, όταν διαρκεί λιγότερο από 6 εβδομάδες και σε χρόνια κνίδωση, όταν υπάρχει καθημερινή ή σχεδόν καθημερινή έκθυση (εμφάνιση) νέων εξανθημάτων, για χρόνο μεγαλύτερο των 6 εβδομάδων. Στους περισσότερους ασθενείς η κνίδωση θα έχει οξεία μορφή. Ωστόσο, περίπου ένας στους δέκα ασθενείς με οξεία κνίδωση θα συνεχίσει να έχει πομφούς για περισσότερο από 6 εβδομάδες, οπότε και λέμε ότι η πάθηση είναι χρόνια.

Επίσης, εκτός από το διαχωρισμό με βάση τη χρονική διάρκεια, οι κνιδώσεις χωρίζονται και ανάλογα με το αίτιο που τις προκαλεί. Ανάμεσα στα διάφορα αίτια κνίδωσης, ειδική θέση έχουν οι κνιδώσεις που προκαλούνται από την επίδραση κάποιας φυσικής αιτίας, όπως είναι τα μηχανικά ερεθίσματα, τα θερμικά ερεθίσματα και η υπεριώδης ακτινοβολία του ήλιου. Οι κνιδώσεις αυτές περιγράφονται σε ένα ξεχωριστό άρθρο με το όνομα φυσικές κνιδώσεις.

Scroll To Top